Άρθρα-Αναλύσεις

Σταμπολής: «Απαιτείται Νέος Σχεδιασμός για την Ενεργειακή Θωράκιση της Χώρας»

Ημ/νία δημοσίευσης: Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Το energia.gr δημοσιεύει το πλήρες κείμενο της συνέντευξης που έδωσε ο αντιπρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ) κ. Κωστής Σταμπολής στο δημοσιογράφο Φίλη Καϊτατζή. Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε, σε πιο συνοπτική μορφή, στην εφημερίδα «Αξία» (22-24/12/2017), με τίτλο «Αιχμή του δόρατος η ασφάλεια του ενεργειακού σχεδιασμού».

 

Σε ποιες μορφές ενέργειας πρέπει να «πατήσει» η Ελλάδα για να έχει ενεργειακή ασφάλεια στο εγγύς και στο απώτερο μέλλον; Και με ποιο τρόπο θα το πετύχει αυτό;

Το θέμα της ενεργειακής ασφάλειας μιας χώρας, και ιδιαίτερα της Ελλάδας, η οποία εισάγει το 70% περίπου των καυσίμων που καταναλώνει, αποτελεί ένα από τα πλέον βασικά θέματα της ενεργειακής πολιτικής. Μια πολιτική που όμως τα τελευταία χρόνια κινείται κυριολεκτικά χάρις στον αυτόματο πιλότο της ΕΕ χωρίς μια ξεκάθαρη στρατηγική , ειδικά προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες της χώρας. Για αυτό στο πλαίσιο διατύπωσης μιας νέας στρατηγικής η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού πρέπει να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος με όλες τις άλλες πλευρές, δηλαδή αγορές, προστασία του περιβάλλοντος, και επενδύσεις, δηλαδή μιας ολοκληρωμένης ενεργειακής πολιτικής, να ακολουθούν.

Και θεωρώ αυτονόητο ότι μια στοχευμένη στρατηγική για την ενεργειακή θωράκιση της χώρας θα πρέπει αφ’ ενός μεν να στρέφεται στην ενδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας με αξιοποίηση όλων ανεξαιρέτως των πηγών (δηλ. στερεά καύσιμα, υδρογονάνθρακες, Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και ενεργειακή αποδοτικότητα) και αφετέρου θα πρέπει να αποβλέψει στην ενδυνάμωση των διεθνών συνεργασιών της χώρας (δηλαδή ηλεκτρικά δίκτυα, αγωγοί φ. αερίου, πετρελαϊκά τέρμιναλ και LNG). Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει όμως να επανεξετάσουμε την δυνατότητα χρήσης πυρηνικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρισμού αφού το θέμα αυτό δεν έχει απασχολήσει σοβαρά την πολιτεία από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν η πυρηνική επιλογή απορρίφθηκε χωρίς ιδιαίτερη σκέψη και έρευνα, κυρίως για πολιτικούς λόγους. Από τότε η τεχνολογία έχει αναπτυχθεί σημαντικά και τα κόστη έχουν μειωθεί με τους σημερινούς πυρηνικούς αντιδραστήρες να προσφέρουν ηλεκτρισμό base load σε ανταγωνιστικές τιμές, μια απόλυτα απαραίτητη συνθήκη για μεγάλη διείσδυσή των ΑΠΕ στο δίκτυο.

Πως μπορεί να προσαρμοστεί στην στρατηγική της ΕΕ (ειδικότερα στην Νοτιοανατολική Ευρώπη) η έννοια της «εκλογικευμένης παραγωγής και εκμετάλλευση ενέργειας από όλες τις δυνατές πηγές, συμβατικές, ανανεώσιμες και νέες, φιλικές στο περιβάλλον», ώστε να εξυπηρετείται η «βιώσιμη ανάπτυξη που θα στηρίζεται στην κοινωνική - οικονομική ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος» χωρίς στρεβλώσεις. Είναι εφικτό, αυτό όταν μάλιστα υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα;

Δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα μια ενιαία και καλά επεξεργασμένη στρατηγική της ΕΕ ειδικά για την ΝΑ Ευρώπη που να λαμβάνει υπ’ όψη τις ιδιαιτερότητες της περιοχής, όπως λ.χ. η συνέχιση της αξιοποίησης των σημαντικών αποθεμάτων στερεών καυσίμων που διαθέτουν οι περισσότερες χώρες (βλέπε Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Μαυροβούνιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη κλπ) με παράλληλη πρόνοια για την καλύτερη διαχείρηση και τον περιορισμό των εκπομπών του θερμοκηπίου. Παρά το γεγονός ότι τα στερεά καύσιμα της περιοχής, θερμικό κάρβουνο και λιγνίτης, παρέχουν ενεργειακή ασφάλεια ενώ ταυτόχρονα αποτελούν βασική πηγή απασχόλησης, η διάσταση αυτή δεν έχει αξιολογηθεί επαρκώς από τους ιθύνοντες της ΕΕ οι οποίοι επιθυμούν πάση θυσία και σχεδόν άνευ όρων την πλήρη απόσυρση των μονάδων παραγωγής, αδιαφορώντας τόσο για τα θέματα ενεργειακής ασφάλειας όσο και για το κοινωνικό πρόβλημα που θα προκύψει.

Η δε προώθηση των ΑΠΕ στις περισσότερες χώρες της περιοχής, που στηρίχθηκαν όμως σε πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις ανά κιλοβατώρα κατά επίταξη των Βρυξελλών, δημιούργησε σοβαρά χρηματοδοτικά προβλήματα στις περισσότερες κυβερνήσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την περίοδο 2013-2014 σχεδόν ταυτόχρονα υπήρξαν χρηματοδοτικά προβλήματα (βλέπε περίπτωση Ελλάδας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας) όπου αυτές αναγκάστηκαν να μειώσουν τόσο τις ταρίφες αγοράς ενώ παράλληλα επέβαλλαν πλαφόν στην εγκατεστημένη ισχύ, πράγμα που ως γνωστό οδήγησε στην κατάρρευση των αγορών, ενώ μόλις τώρα αρχίζει να επανέρχεται δειλά το επενδυτικό ενδιαφέρον. Εάν πράγματι υπήρχε μια ολοκληρωμένη πολιτική από πλευράς ΕΕ μια τέτοια σοβαρή ανωμαλία και αναστάτωση στην αγορά δεν θα είχε προκύψει και οι ΑΠΕ θα συνέχιζαν μια ομαλή πορεία εξέλιξης.

Για αυτό οι πολιτικές που εξυφαίνονται στις Βρυξέλλες για τον ενεργειακό τομέα της περιοχής της ΝΑ Ευρώπης παρουσιάζουν τραγικό έλλειμα οργάνωσης και χρηματοδότησης. Στην καλύτερη περίπτωση οι πολιτικές αυτές αποτελούν ένα γενικό και επί χάρτου σχεδιασμό, με αγαθούς στόχους και καλές προθέσεις μεν ως προς το σχεδιαστικό μέρος, χωρίς όμως τις απαραίτητες προβλέψεις (διοικητικές και χρηματοδοτικές) που θα συμβάλλον στη επιτυχή την υλοποίησή τους. Για αυτό το λόγο η κάθε χώρα οφείλει η ίδια να έχει ένα καλά επεξεργασμένο ενεργειακό σχεδιασμό και έτοιμους και δοκιμασμένους φορείς υλοποίησης (κρατικούς και μη) που θα συμμετέχουν και θα συνεισφέρουν στην εφαρμογή του.

Στον «πόλεμο των αγωγών» τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσουν οι χώρες της ΝΑ Ευρώπης και συγκεκριμένα ποιόν η Ελλάδα;

Δεν θεωρώ ότι υπάρχει πόλεμος αγωγών, τουλάχιστον στο τωρινό πλαίσιο δραστηριοτήτων στην περιοχή. Αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι ένας ανταγωνισμός ως προς την όδευση συγκεκριμένων αγωγών η χάραξη των οποίων δεν συμβαδίζει πάντοτε με τις προτεραιότητες και τα συμφέροντα κάθε χώρας. Για αυτό και είδαμε μια τεράστια καθυστέρηση στην υλοποίηση ενός μικρού σχετικά αγωγού, του Ελληνοβουλγαρικού αγωγού (τον IGB) o οποίος παρά το μικρό μήκος του (μόλις 200χλμ) χρειάσθηκε 10 και πλέον χρόνια ώστε να πεισθεί η Βουλγάρικη πλευρά για την αναγκαιότητα του. Οι άλλοι εν εξελίξει αγωγοί όπως το σύστημα ΤΑΝΑΡ-ΤΑΡ που διασχίζει Αζερμπαιτζάν, Γεωργία, Τουρκία, Ελλάδα, Αλβανία και φθάνει τελικώς στην Ιταλία, είναι αποτέλεσμα πολύχρονων διακρατικών συνεννοήσεων ενώ η εμπορική λειτουργία τους έχει εξασφαλισθεί μέσω της διασφάλισης ποσοτήτων αερίου από τις συμμετέχουσες στην κοινοπραξία εταιρείες. Όμως παρά το τεράστιο μέγεθός της, άνω των 2,200 χλμ, και της μεγάλης διαμέτρου σωληνώσεων, οι μεταφερόμενες ποσότητες μέσω του ΤΑΝΑΡ-ΤΑΡ είναι ελάχιστες, και δια της βίας θα καλύπτουν το 3.0% της Ευρωπαϊκής ζήτησης αερίου το 2020, όταν επιτέλους αυτός θα λειτουργήσει.

Ο δε άξονας East- Med ο οποίος ευρίσκεται σε πολύ αρχικό στάδιο από πλευράς σχεδίασης και χρηματοδότησης, και αυτός σε δυναμικότητα θα είναι πολύ μικρός σε σύγκριση με το μέγεθος και τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής αγοράς. Πάντως θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και να αντιληφθούμε ότι στη καλύτερη των περιπτώσεων, δηλαδή με πλήρη την λειτουργία των ΤΑΝΑΡ-ΤΑ P και East- Med είναι ζήτημα εάν η περιοχή μας μπορεί να μεταφέρει αέριο άνω των 30 δις κυβ. μέτρων κατ’ έτος, δηλαδή να καλύψει το 6% των Ευρωπαϊκών αναγκών το 2025. Άρα ο ρόλος της Ελλάδας και της ΝΑ Ευρώπης είναι υποχρεωτικά δευτερεύων ως προς στην ενεργειακή προμήθεια της Ευρώπης, με βασικούς προμηθευτές να παραμένουν η Ρωσία, η Νορβηγία, η Βόρειος θάλασσα και το LNG ο ρόλος του οποίου θα γίνεται ολοένα και πιο ουσιαστικός.

Το ΙΕΝΕ, στην μελέτη αναφοράς “SE Europe Energy Outlook 2016-2017”, εστιάζει, μεταξύ άλλων, στις ενεργειακές επενδύσεις που κρίνονται απαραίτητες μέσα στην επόμενη δεκαετία (2016-2025) στην Ελλάδα- η εκτίμηση είναι ότι θα ανέλθουν σε 23.3 δις ευρώ, με το κύριο μέρος αυτών να τοποθετούνται σε έργα ΑΠΕ για ηλεκτρικές και μη ηλεκτρικές χρήσεις και δραστηριότητες upstream. Μπορείτε να μας δώσετε μερικά παραδείγματα και πως ‘‘μεταφράζονται’’ οι επενδύσεις σε δημιουργία θέσεων εργασίας;

Πράγματι, όπως υποστηρίζει το ΙΕΝΕ στην τελευταία του μελέτη οι προβλεπόμενες ενεργειακές επενδύσεις στην Ελλάδα την περίοδο 2016-2025 θα κινηθούν κατά ελάχιστο στα 23.3 δις ευρώ ενώ με μια πλέον ισχυρή ανάκαμψη της οικονομίας, ομιλούμε για ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ άνω του 3.0%, οι επενδύσεις αυτές μπορεί να ξεπεράσουν συνολικά τα 30.0 δις ευρώ. Ένα μεγάλο μέρος των επενδύσεων θα καλύψει εγκαταστάσεις ΑΠΕ, κυρίως αιολικά πάρκα αλλά και φωτοβολταϊκά για μονάδες αυτοπαραγωγής όσο και για φωτοβολταϊκά στις στέγες . Από τα 3.0 GW σημερινής εγκατεστημένης αιολικής ισχύος η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα, τόσο χωροταξικά όσο και από πλευράς δικτύων, μέχρι το 2025 να φθάσει τα 8.0 GW ενώ στα φωτοβολταϊκά συστήματα από το σημερινό επίπεδο των 4.0 GW, συμπεριλαμβανομένων και των νήσων , μπορούν άνετα να προστεθούν ακόμη 2.0-3.0 GW. Όμως για να διασφαλισθεί μια μεγάλη ανάπτυξη των ΑΠΕ θα πρέπει να ενισχυθούν πολλαπλώς τα δίκτυα και ειδικά η ηλεκτρική διασύνδεση με την Ιταλία. Εάν αυτό δεν επιτευχθεί, λχ με καλώδιο άνω των 2.0 GW θα είναι ανώφελο να ομιλούμε για μια αλματώδη ανάπτυξη των ΑΠΕ. Συνολικά, οι ΑΠΕ εκτιμάται ότι θα απορροφήσουν την μερίδα του λέοντος από τις προγραμματισμένες επενδύσεις, με αυτές να αντιστοιχούν σχεδόν στο 40% των συνολικών προβλεπόμενων επενδύσεων.

Ένας άλλος σημαντικός τομέας οικονομικής δραστηριότητας στην ενέργεια είναι αυτός της ενεργειακής αποδοτικότητας όπου το κέντρο βάρους έχουν τα κτίρια και η ενεργειακή αναβάθμισή τους, Εδώ είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε με σχετική ακρίβεια τις επενδύσεις που θα προκύψουν αλλά βάσει των στατιστικών στοιχείων από το πρόγραμμα «Εξοικονομώ κατ’ Οίκον», μεταξύ του 2010-2014, που έχει αναλύσει το ΙΕΝΕ, όπου επενδύθηκαν περισσότερα από. 600 εκατ. ευρώ, η εκτίμηση είναι ότι μεταξύ 2016-2025 θα μπορούσαν να αναβαθμισθούν τουλάχιστον 300,000 κτίρια παντός είδους, προσελκύοντας επενδύσεις άνω των 4.0 δις ευρώ. Οι δε επενδύσεις στον τομέα της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων είναι μπορούμε να πούμε πρωτίστης σημασίας γιατί έχουν άμεσο αντίκτυπο στην οικοδομή και άρα στην απασχόληση, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν την εγχώρια βιομηχανία η οποία μπορεί να ανταποκριθεί με επάρκεια στην προμήθεια του σχετικού εξοπλισμού.

Ακόμα προβλέπονται σημαντικές επενδύσεις τόσο στην επέκταση, βελτίωση και αναβάθμιση των υποδομών για την επέκταση χρήσης του φυσικού αερίου με νέα υπό κατασκευή δίκτυα και αγωγούς, τέρμιναλ LNG και αποθηκευτικούς χώρους με το φ. αέριο να απορροφά περίπου το 13-15 % των προβλεπόμενων επενδύσεων. Μάλιστα δε με το φ. αέριο συμβαδίζουν και οι επενδύσεις στην συμπαραγωγή όπου η χώρα έχει μείνει τραγικά πίσω σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης.

Τέλος, στον χώρο της έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων αναμένονται επίσης σημαντικές επενδύσεις αφού τώρα μόλις , δηλαδή μετά το 2018, ξεκινούν ουσιαστικά ερευνητικές και παραγωγικές γεωτρήσεις, κυρίως στην Δυτική Ελλάδα. Με μια αρχική εκτίμηση για 15 ερευνητικές γεωτρήσεις και τουλάχιστον τρεις παραγωγικές, οι επενδύσεις μέχρι το 2025 μπορεί άνετα να ξεπεράσουν τα 3.0 δις ευρώ στον χώρο του upstream. Ενδιαφέρον ακόμα παρουσιάζει και ο κλάδος του downstream, δηλαδή τα διυλιστήρια, όπου επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση μονάδων στα δύο διυλιστηριακά συγκροτήματα της χώρας (ΕΛΠΕ και Motoroil) εκτιμώνται στα 1.2 δις ευρώ συνολικά βάσει συντηρητικών υπολογισμών.

Πριν μερικά χρόνια σε συνέντευξή σας είχατε αναφερθεί στις δυνατότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας να εξελιχθεί σε έναν δυνατό περιφερειακό παίκτη, δεδομένου των δυνατοτήτων που διαφαίνονταν, για εξαγωγή φυσικού αερίου( σε ενεργειακή συνεργασία με το Ισραήλ), εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με την υπογειοποίηση καλωδίων αλλά και εκμετάλλευση πετρελαίου στα μπλοκ- οικόπεδα του νησιού. Πιστεύετε ότι ισχύει αυτό στον ίδιο βαθμό σήμερα για την Κύπρο;

Είναι αλήθεια ότι η Κύπρος έχει τις δυνατότητες να εξελιχθεί σ’ ένα δυνατό περιφερειακό παίκτη τόσο στον τομέα της παραγωγής και διακίνησης φ. αερίου όσο και του ηλεκτρισμού. Όμως αυτό θα αργήσει αρκετά ακόμη αφού έξι (6) χρόνια μετά την ανακάλυψη του μοναδικού επιβεβαιωμένου κοιτάσματος φ. αερίου εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, αυτό της Αφροδίτης δυναμικότητας 7.0 TCF (ή 200 BCM), αυτό παραμένει ακόμη ανεκμετάλλευτο. Με την Κυπριακή κυβέρνηση να μην έχει ακόμα διαμορφώσει ένα ξεκάθαρο πλάνο για την αξιοποίηση του ενώ ουδείς σχεδιασμός υπάρχει ακόμα για την μεταφορά φ. αερίου από την Αφροδίτη και την ένταξή του στην ενεργειακή αγορά της Κύπρου. Αντίθετα όλα τα σχέδια που έχουν μέχρι στιγμής ανακοινωθεί αφορούν αποκλειστικά την εξαγωγή ποσοτήτων φ. αερίου από την Αφροδίτη, μέσω υποθαλάσσιων αγωγών, προς την Αίγυπτο για την μετατροπή τους εκεί σε LNG και ακολούθως εξαγωγές στις διεθνείς αγορές.

Το δε option για την δημιουργία σταθμού υγροποίησης επί Κυπριακού εδάφους δεν φαίνεται να δικαιολογείται βάσει των σημερινών χρηματοδοτικών κριτηρίων, ενώ η διεθνής αγορά έχει κατακλεισθεί ήδη από νέες παραγωγικές μονάδες σε Αυστραλία, Ινδονησία, Μαλαισία, ΗΠΑ και τελευταία από την Ρωσική παραγωγή LNG στο Yamal. Η δε προοπτική συνεκμετάλλευσης της Αφροδίτης μαζί με αυτή του μεγάλου κοιτάσματος Leviathan στο Ισραήλ δεν φαίνεται να προχωρά παρά την γειτνίαση των δύο πεδίων. Τα δεδομένα αυτά δεν μας κάνουν να αισιοδοξούμε για την ανάδειξη της Κύπρου ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου. Πολλές ελπίδες για την ανάδειξη νέων μεγάλων κοιτασμάτων φ. αερίου έχουν τώρα εναποτεθεί στην δραστηριοποίηση των εταιρειών TOTAL, ENI και ExxonMobil που πρόκειται μέσα στους επόμενους 18 μήνες να πραγματοποιήσουν σειρά γεωτρήσεων στο πλαίσιο του Τρίτου Γύρου Αδειοδότησης, στις παραχωρήσεις των θαλάσσιων περιοχών 3,6,8,10 και 11.

Αντίθετα στον χώρο του ηλεκτρισμού σημειώνεται πλέον ουσιαστική πρόοδος αφού ευρίσκεται σε εξέλιξη το front and engineering study του EuroAsia interconnector, μεταφορικής ικανότητας 2,0 GW, που θα συνδέει τα ηλεκτρικά δίκτυα του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ελλάδας. Βάσει τελευταίων ανακοινώσεων η πόντιση των καλωδίου προβλέπεται το 2019/2020 με τα έργο να ολοκληρώνονται το 2021. Ταυτόχρονα υπάρχει σε εξέλιξη μελέτη για την ηλεκτρική διασύνδεση Αιγύπτου-Κύπρου μέσω του EuroAsia interconnector.

Ποια είναι η παρέμβαση του ΙΕΝΕ στην ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη ,από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα; Δώστε μας μια εικόνα.

Από την ίδρυσή του το 2003 μέχρι σήμερα το ΙΕΝΕ έχει αναπτύξει ποικιλόμορφη δράση που καλύπτει όλες τις πτυχές και εφαρμογές του ενεργειακού τομέα. Δηλαδή, ηλεκτρισμός, φ. Αέριο, πετρέλαιο, δίκτυα ηλεκτρισμού και φ. αερίου, ΑΠΕ, ενεργειακή αποδοτικότητα, ενεργειακή πολιτική, διασυνοριακές συνεργασίες κλπ. Το Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός με κύρια ενασχόληση την μελέτη και έρευνα των ενεργειακών θεμάτων και παράλληλα την ενημέρωση των επαγγελματιών του χώρου αλλά και της κοινής γνώμης γενικότερα.

Μελέτες- ειδικές εκδόσεις, η τακτική ενημέρωση των μελών του μέσω εξειδικευμένων εντύπων ( υπό μορφή newsletters) και η οργάνωση στοχευμένων εκδηλώσεων καθώς και εκπαιδευτικών σεμιναρίων αποτελούν το τρίπτυχο των δραστηριοτήτων του ΙΕΝΕ. Μέχρι σήμερα το Ινστιτούτο έχει ολοκληρώσει και εκδόσει περισσότερες από 40 μελέτες, μονογραφίες και working papers ενώ έχει οργανώσει περισσότερες από 100 εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά σεμινάρια σε Ελλάδα και ΝΑ Ευρώπη, με τακτική παρουσία σε 10 από τις χώρες της ευρύτερης περιοχής. Το όραμα του ΙΕΝΕ είναι να αποτελέσει έναν ανεξάρτητο, αξιόπιστο και εγνωσμένου επιστημονικού κύρους οργανισμό για την ανάλυση, μελέτη και διαμόρφωση θέσεων γύρω από την ορθολογική παραγωγή, μεταφορά και χρήση της ενέργειας στην Ελλάδα και στην Νοτιοανατολική Ευρώπη προς όφελος της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και του περιβάλλοντος.

Το Ινστιτούτο ήδη συμβάλλει ενεργά σε διεργασίες σε εθνικό αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο, στην ευρύτερη περιοχή της Ν.Α. Ευρώπης, που έχουν σχέση με την εκλογικευμένη παραγωγή και συνετή εκμετάλλευση και χρήση ενέργειας, από όλες τις δυνατές πηγές, συμβατικές και ανανεώσιμες, καθώς και νέες πηγές ενέργειας φιλικές προς το περιβάλλον. Στόχος η εφαρμογή της στρατηγικής της E.E. για την βιώσιμη ανάπτυξη, η οποία στηρίζεται στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος, μαζί με στόχους για την Κλιματική Αλλαγή. Στο πλαίσιο αυτό απώτερος στόχος του ΙΕΝΕ είναι να αναδειχθεί ως ένα από τα βασικά περιφερειακά ινστιτούτα και think tanks στον χώρο της ενέργειας στην ΝΑ Ευρώπη.

(από www.energia.gr, 23/12/2017)

Προσεχείς Εκδηλώσεις ΙΕΝΕ

Εκδόσεις ΙΕΝΕ

energia.gr

Αρχική Σελίδα | Όροι Χρήσης | Site Map | Επικοινωνία
Copyright © 2004-2018 IENE. All rights reserved.

Website by Theratron