
Άρθρα-Αναλύσεις
Η Ενεργειακή Μάχη της Αιγύπτου και οι Ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο
Ημ/νία δημοσίευσης: Πέμπτη, 21 Μαΐου 2026
Το Κάιρο ελπίζει να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των διεθνών ενεργειακών ομίλων μέσω τακτικών πληρωμών, ώστε να ενθαρρύνει νέες επενδύσεις σε έρευνες και γεωτρήσεις φυσικού αερίου.
Μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, η Αίγυπτος μείωσε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς διεθνείς ενεργειακές εταιρείες κατά περισσότερο από 88%, επιδιώκοντας να ενισχύσει την εξερεύνηση νέων κοιτασμάτων σε μια περίοδο όπου οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν καθιστούν ολοένα δυσκολότερη τη διαχείριση του ενεργειακού της ελλείμματος.
Οι νέες γεωτρήσεις προσφέρουν επειγόντως αναγκαίες ποσότητες φυσικού αερίου. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο αν νέες ανακαλύψεις μπορούν να μετατρέψουν ξανά τη χώρα σε εξαγωγέα φυσικού αερίου.
Η χρόνια οικονομική κρίση, που επιδεινώθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και τις αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, δυσχέρανε σοβαρά την ικανότητα της Αιγύπτου να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις της. Τα χρέη συσσωρεύτηκαν, επιβραδύνοντας τις απαραίτητες ενεργειακές επενδύσεις.
Ένα παγκόσμιο πακέτο διάσωσης ύψους 57 δισ. δολαρίων — στο οποίο περιλαμβανόταν και η συμφωνία των 35 δισ. δολαρίων με το κρατικό επενδυτικό ταμείο του Αμπού Ντάμπι, ADQ, για την απόκτηση δικαιωμάτων ανάπτυξης σε εκτεταμένη περιοχή της Μεσογείου — έδωσε σημαντική ανάσα στην πολυπληθέστερη χώρα της Μέσης Ανατολής στις αρχές του 2024 και της επέτρεψε να αρχίσει να τηρεί πιο συστηματικά τις οικονομικές της υποχρεώσεις.
Αργότερα την ίδια χρονιά, η αιγυπτιακή κυβέρνηση υιοθέτησε μηχανισμό μηνιαίας αποπληρωμής των χρεών προς τις ξένες ενεργειακές εταιρείες — πολιτική που φαίνεται να αποδίδει.
Οι ανεξόφλητες οφειλές είχαν περιοριστεί στα 714 εκατ. δολάρια έως το τέλος Απριλίου, από 6,1 δισ. δολάρια στα μέσα του 2024, σύμφωνα με τον υπουργό Πετρελαίου και Ορυκτών Πόρων της Αιγύπτου, Καρίμ Μπαντάουι. Ο ίδιος δήλωσε ότι στόχος είναι η πλήρης εξάλειψη του χρέους έως το τέλος Ιουνίου.
«Η συνέχιση της αποπληρωμής των οφειλών προς τους παραγωγούς είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας» για την αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου μέσω νέων ανακαλύψεων, δήλωσε ο Τζέι Πι Λακουτούρ, αναλυτής στην εταιρεία δεδομένων και αναλύσεων Kpler.
Αυξανόμενη κατανάλωση
Η Fitch Solutions εκτιμά ότι η ετήσια παραγωγή φυσικού αερίου της Αιγύπτου θα αυξηθεί κατά 8% το 2026, φτάνοντας τα 46,6 δισ. κυβικά μέτρα. Ακόμη κι έτσι, η ποσότητα αυτή παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από την εγχώρια κατανάλωση, η οποία ξεπερνά τα 60 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως.
Η ηλεκτροπαραγωγή απορροφά σχεδόν το 60% της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου της χώρας, ενώ η μετάβαση προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν έχει ακόμη αποδώσει ουσιαστικά αποτελέσματα.
Η ταχεία αστική επέκταση, η πληθυσμιακή αύξηση και τα επαναλαμβανόμενα κύματα καύσωνα έχουν εκτινάξει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα λόγω της αυξημένης χρήσης κλιματιστικών. Ως αποτέλεσμα, η Αίγυπτος έχει εφαρμόσει κατά περιόδους μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, όπως περιορισμό του δημόσιου φωτισμού και διακοπές ρεύματος κατά τους θερινούς μήνες.
«Η Αίγυπτος εισήγαγε ποσότητες-ρεκόρ LNG το 2025, γεγονός που αναδεικνύει τις αυξανόμενες ενεργειακές της ανάγκες, καθώς αντιμετώπιζε πτώση της εγχώριας παραγωγής και λιγότερο αξιόπιστες προμήθειες από το Ισραήλ λόγω των συνεχιζόμενων εντάσεων με τη Χαμάς», ανέφερε η S&P Global τον Ιανουάριο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Platts, η χώρα εισήγαγε συνολικά 9,01 εκατ. τόνους LNG το 2025 — ποσότητα που αντιστοιχεί σε 129 φορτία — με το 90,9% να προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν
Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω όταν το Ορμούζ αποκλείστηκε εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν.
Η σύγκρουση στο Ιράν, προκάλεσε εκτίναξη των ενεργειακών τιμών και νέα κατάρρευση της αιγυπτιακής λίρας, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Για αρκετές εβδομάδες, η αιγυπτιακή κυβέρνηση επέβαλε πρόωρο κλείσιμο καταστημάτων, παρότι το καλοκαίρι απείχε ακόμη μήνες. Το μέτρο τελικά εγκαταλείφθηκε, καθώς εξοικονομούσε ελάχιστη ενέργεια. Παράλληλα, αυξήθηκαν έως και κατά 17% οι τιμές των καυσίμων, ενώ αυξήθηκαν και οι τιμές φυσικού αερίου για ορισμένες ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Παρόμοιες αυξήσεις είχαν εφαρμοστεί και στο παρελθόν στον βιομηχανικό τομέα, ο οποίος αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο καταναλωτή φυσικού αερίου στη χώρα, απορροφώντας σχεδόν το 20% της συνολικής κατανάλωσης.
Τα μέτρα εξοικονόμησης θεωρούνται δίκοπο μαχαίρι: μειώνουν τη δημοσιονομική πίεση, αλλά ταυτόχρονα εντείνουν τον πληθωρισμό, επιβραδύνουν τη μεταποίηση, διευρύνουν το εμπορικό έλλειμμα και επιβαρύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Για να περιορίσει αυτές τις επιπτώσεις, η κυβέρνηση ελπίζει ότι οι νέες γεωτρήσεις από διεθνείς εταιρείες θα επαναφέρουν την παραγωγή φυσικού αερίου σε υψηλότερα επίπεδα.
Η προσπάθεια αποκατάστασης εμπιστοσύνης
Οι τακτικές μηνιαίες πληρωμές προς τις ενεργειακές εταιρείες «ενισχύουν την εμπιστοσύνη των εταίρων και τους ενθαρρύνουν να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στην έρευνα και εξερεύνηση», δήλωσε ο υπουργός Πετρελαίου Καρίμ Μπαντάουι.
Στόχος της κυβέρνησης είναι να υλοποιηθούν επενδυτικές δεσμεύσεις ύψους περίπου 19 δισ. δολαρίων, μεταξύ των οποίων:
- 8 δισ. δολάρια από την ιταλική Eni,
- 5 δισ. δολάρια από τη βρετανική BP,
- 4 δισ. δολάρια από την αμερικανική Apache,
- και 2 δισ. δολάρια από την Arcius Energy των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
«Η δυνατότητα της Αιγύπτου να αποπληρώνει τα χρέη της ήταν διαχρονικά ο βασικός περιοριστικός παράγοντας στις προσπάθειές της να αντισταθμίσει τη μείωση της παραγωγής», εξήγησε ο Λακουτούρ της Kpler.
Όπως σημείωσε, εταιρείες όπως η Eni και η BP είχαν αναβάλει ή ακυρώσει γεωτρητικά έργα εξαιτίας των καθυστερήσεων πληρωμών και επανήλθαν μόνο όταν άρχισε ξανά η κανονική αποζημίωση. «Παρότι η παραγωγή συνεχίζει να υποχωρεί, η κατάσταση θα ήταν αναμφίβολα πολύ χειρότερη αν δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι περσινές γεωτρήσεις», πρόσθεσε.
Από εξαγωγέας σε εισαγωγέας και ξανά πίσω;
Η Αίγυπτος εναλλάσσεται εδώ και χρόνια μεταξύ του ρόλου του εισαγωγέα και εξαγωγέα φυσικού αερίου, ανάλογα με τις διακυμάνσεις της παραγωγής και της εγχώριας ζήτησης.
Το 2019 μετατράπηκε σε καθαρό εξαγωγέα LNG μετά την ανακάλυψη του γιγαντιαίου κοιτάσματος Ζορ από την Eni, βάζοντας τέλος στις ελλείψεις που είχαν αφήσει ανενεργές για χρόνια τις εγκαταστάσεις υγροποίησης στο Νταμιέτα και το Ινκού.
Οι εξαγωγές φυσικού αερίου εκτοξεύθηκαν τα επόμενα χρόνια, φτάνοντας τα 8,4 δισ. δολάρια το 2022 — ποσό σχεδόν ισοδύναμο με τα ετήσια έσοδα της Διώρυγας του Σουέζ. Αυτό αναζωπύρωσε προσωρινά τις φιλοδοξίες της χώρας να εξελιχθεί σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο.
Ωστόσο, η παραγωγή του Ζορ άρχισε σύντομα να μειώνεται και η Αίγυπτος επέστρεψε δύο χρόνια αργότερα στο καθεστώς καθαρού εισαγωγέα φυσικού αερίου.
Από το 2024, η κυβέρνηση έχει δαπανήσει δισεκατομμύρια δολάρια για την εξασφάλιση φορτίων LNG έως το 2028. Παράλληλα, μια συμφωνία 35 δισ. δολαρίων με το Ισραήλ για την προμήθεια φυσικού αερίου από το 2026 έως το 2040 θεωρείται κρίσιμη για τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές LNG και τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους.
Ορισμένες νέες ανακαλύψεις δημιουργούν πάντως προσδοκίες. Ανάμεσά τους και το κοίτασμα Denise στην ανατολική Μεσόγειο, όπου η Eni ανακοίνωσε τον Απρίλιο γεώτρηση με εκτιμώμενα αποθέματα περίπου 2 τρισ. κυβικών ποδιών φυσικού αερίου.
Επιπλέον, η κρατική Egyptian Natural Gas Holding Company υπέγραψε τον Απρίλιο συμφωνία 15 ετών για την αγορά ολόκληρης της παραγωγής του κυπριακού κοιτάσματος Αφροδίτη, όταν αυτό τεθεί σε λειτουργία σε περίπου έξι χρόνια, με δυνατότητα πενταετούς επέκτασης. Παράλληλα, νέο έργο θα συνδέσει το κυπριακό κοίτασμα Κρόνος με τις αιγυπτιακές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου και LNG.
Παρά τις εξελίξεις αυτές, ο Λακουτούρ παραμένει επιφυλακτικός για την επιστροφή της Αιγύπτου στον ρόλο καθαρού εξαγωγέα μέσα στην τρέχουσα δεκαετία.
«Είναι ασφαλώς πιθανό, αλλά οι πιθανότητες να συμβεί πριν από το 2030 είναι περιορισμένες», σημείωσε.
«Μεγάλα έργα όπως το Αφροδίτη ή το Κρόνος δύσκολα θα τεθούν σε λειτουργία πριν από τις αρχές της δεκαετίας του 2030 — αν τελικά λάβουν οριστικές επενδυτικές αποφάσεις. Μέχρι τότε, οι περισσότερες νέες αναπτύξεις στην Αίγυπτο θα επιβραδύνουν απλώς την πτώση της παραγωγής, χωρίς να την αντιστρέψουν ουσιαστικά.»
(από energia.gr, 21/05/2026)

























